Από τη Νορβηγία στην Αυστραλία, μια αγριόπαπια δρόμος

Εάν κάποιος πιστέψει ότι ένα θεατρικό έργο μπορεί άνετα να παιχθεί ισάξια στον κινηματογράφο, κάνει το ίδιο λάθος, όπως όταν θεωρεί ότι ένα βιβλίο μπορεί ομίως να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με το ίδιο κλίμα και συναίσθημα.
Το αυτό λάθος δεν θα πρέπει ουδείς να κάνει, αναμένοντας να δει την ταινία «Η Κόρη» που προέβαλλε η Κινηματογραφική Λέσχη Τρικάλων τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017. Ανοίγοντας τη σεζόν με ένα έργο μάλλον «βαρύ» αλλά εξόχως ουσιαστικό, στη Λέσχη δώσαμε τον τόνο της ουσίας του κινηματογράφου: ΚΑΙ ψυχαγωγία ΚΑΙ διασκέδαση ΚΑΙ τέχνη Και σκέψη.
Διότι η εν λόγω ταινία του Αυστραλού Σάιμον Στόουν είναι ένα όμορφο θέαμα με ουσία και δυνατά συναισθήματα.
Περιστρέφεται στον άξονα «τι θα είχε συμβεί αν», με βάση το του Ιψεν γραφέν στην «Αγριόπαπια»: «Αν στερήσεις από τον μέσο άνθρωπο τη ψευδαίσθηση που έχει για τη ζωή του, τότε του έχεις στερήσει ταυτόχρονα την ίδια του την ευτυχία».
Η ταινία αφορά στο ψέμα και στις συνέπειες της αποκάλυψης της αλήθειας. Η ζωή των πρωταγωνιστών σε ένα ροζ συννεφάκι – πραγματικής όμως – ευτυχίας, αναταράσσεται, ανακατώνεται και στο τέλος καταστρέφεται από την αποκάλυψη καλά «κρυμμένων μυστικών και ντοκουμέντων».
Ο δράστης αποφασίζει να δει την όλη υπόθεση με βάση ένα περί δικαίου αίσθημα, υπό το πρίσμα όμως των δικών του εσωτερικών προβλημάτων.
Οπότε ο ορυμαγδός που ακολουθεί, οδηγεί τον θεατή στο αβίαστο ερώτημα: πρέπει να λέμε την αλήθεια; Πότε; Σε ποιον; Υπό ποίες προϋποθέσεις; Ποιοι είμαστε εμείς που δικαιούμαστε να ξέρει κάποιος άλλος την αλήθεια, τις συνέπειες της οποίας αδυνατούμε, όχι απλώς να προβλέψουμε, αλλά και να αντιληφθούμε ως  δυνατότητα.
Επί της ουσίας, η ταινία προσλαμβάνει την πλοκή της «Αγριόπαπιας». Χωρίς μακρόσυρτες αναλύσεις που είναι αδύνατον να προσφερθούν στον κινηματογραφικό θεατή. Η ουσία όμως, η ύπαρξη του «ζωτικού ψεύδους» σε μια μικροαστική κοινωνία, παραμένει. Μάλιστα, αυτή η μικροαστική κοινωνία, παρ’ ότι η ταινία είναι γυρισμένη στην Αυστραλία το 2014 (προβλήθηκε το 2015), θα μπορούσε να είναι στη Νορβηγία, στη Δανία, σε κάποια σκανδιναβική χώρα τέλος πάντων. Το κλίμα της ταινίας, εκείνο το μουντό βόρειο χρώμα του γκρι-μπλε-μαύρου με αναταράξεις ενός λαχανιασμένου ηλιακού αχτιδισμού, εκείνη η αίσθηση ότι έχει μονίμως κρύο και εκείνη η διάθεση να φορέσεις τα ζεστά μετσοβίτικα καλτσάκια, είναι απολύτως συμβατά με τον Ιψεν.
Κι από κοντά, μια έξτρα μίνιμαλ μουσική, συνδέει τις όμορφες επαναλήψεις του τρικ του σκηνοθέτη, να μαντεύουμε τι συνέβη σε μια σκηνή από τις αντιδράσεις που ακοοουθούν, δίνουν ένα όμορφο κλίμα να δεις την ταινία χωρίς να πάρεις ανάσα. Μπορεί και να δακρύσεις, φυσικά, παρ’ ότι δεν πρόκειται για μελό. Αλλά είναι τόσο πειστικές οι ερμηνείες των ηθοποιών (Τζέφρι Ρας, Μιράντα Ότο και Σαμ Νιλ, κυρίως), που δεν μπορείς να παρασυρθείς στο μελό. Ακόμη κι αν σε κάποια – ελάχιστα – σημεία, υπήρχε μια δόση υπερβολής στο παίξιμο βασικά της Οντέσα Γιανγκ, αν σε ελάχιστα αδύναμα σημεία του σεναρίου θα μπορούσε να είναι πιο «δεμένη» η διαλογική φάση (κυρίως ανάμεσα στον Γιούεν Λέσλι και στην Οτο), η «ανάσα» που δίνει το παίξιμο του Νιλ και ο εξαιρετικά στιβαρός Ρας, αποδίδουν μια μάλλον μυστικιστική ατμόσφαιρα, ακριβώς αυτή που χρειάζεται για να εμφανιστεί η αγριόπαπια ως συμβολικό στοιχείο που διατρέχει το έργο χωρίς να το επισκιάζει.
Μια ταινία, επί της ουσίας, αληθινή, ρεαλιστική, ουσιαστική και με τεράστιο ενδιαφέρον ως προς τις απαντήσεις που δίνει ο καθένας για τον εαυτό του.

Θανάσης Μιχαλάκης
Γραμματέας Κινηματογραφικής Λέσχης Τρικάλων



Μοιραστείτε το!

Αφήστε το σχόλιό σας

Συνδεθείτε με:

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *