, 'opacity': false, 'speedIn': , 'speedOut': , 'changeSpeed': , 'overlayShow': false, 'overlayOpacity': "", 'overlayColor': "", 'titleShow': false, 'titlePosition': '', 'enableEscapeButton': false, 'showCloseButton': false, 'showNavArrows': false, 'hideOnOverlayClick': false, 'hideOnContentClick': false, 'width': , 'height': , 'transitionIn': "", 'transitionOut': "", 'centerOnScroll': false }); })

«Ο AΣΤΥΝΟΜΟΣ ΤΡΙΚΚΑΛΩΝ ΑΠΗΓΟΡΕΥΣΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑΝ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΩΣ ΑΣΕΜΝΗΝ ΚΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΗ»: Το πρώτο κρούσμα κινηματογραφικής λογοκρισίας εν Ελλάδι

[Σημ. επιμ. Μανόλη Αρκολάκη:  Το ακόλουθο κείμενο αποτελεί ανακοίνωση στην ημερίδα του Ομίλου Μελέτης Ιστορίας και Κοινωνίας (ΟΜΙΚ), «(Αντι)μιλώντας στη σοβαρότητα. Μια απολύτως σοβαρή και ταχύρρυθμη αντι/ημερίδα», που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014].

Η πρώτη κινηματογραφική προβολή στην Αθήνα έγινε στις 28 Νοεμβρίου του 1896 και οι προβολές διήρκεσαν μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου του 1897. Πέρασαν όμως δύο ολόκληρα χρόνια, μέχρι τον Μάρτιο του 1899, για να επαναληφθούν οι κινηματογραφικές προβολές, σε μόνιμη πλέον βάση. Η διάδοση του κινηματογράφου στην επαρχία έγινε σταδιακά και επιλεκτικά και εξαρτήθηκε κυρίως από τις συγκοινωνίες, για την ακρίβεια την εξάπλωση του σιδηροδρόμου, και από την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, αν και χρησιμοποιήθηκαν και φανοί ασετιλίνης με σοβαρές όμως εκπτώσεις στην ποιότητα προβολής. Ένα χρόνο μετά, δηλαδή την 1η Μαρτίου του 1900 ο κινηματογράφος έφτασε και στα Τρίκαλα, μία από τις μεγαλύτερες τότε πόλεις του μικρού ελληνικού βασιλείου. Παρακάτω θα παρουσιάσω την πρώτη αυτή κινηματογραφική προβολή, στην οποία καταγράφεται η πρώτη απόπειρα λογοκρισίας, σύμφωνα πάντα με τον αθηναϊκό τύπο της εποχής.

Παρενθετικά, να επισημάνω ότι η πρώτη τεκμηριωμένη ηθικολογική αντίδραση εναντίον του κινηματογράφου εμφανίζεται στον Πειραιά, στα τέλη Ιουνίου του 1899 όταν ένας εύζωνας θεωρεί ανήθικο το δημόσιο φιλί επί της οθόνης και αντιδρά μεγαλοφώνως. Το κοινό όμως του Πειραιά φαίνεται να το απολαμβάνει και μάλλον ενοχλείται από τον ένστολο υπερασπιστή της ηθικής (Εστία, 24/6/1899).

Η πρώτη, λοιπόν, προβολή στα Τρίκαλα έγινε την 1η Μαρτίου 1900 και την επομένη καταφθάνουν στις αθηναϊκές εφημερίδες τηλεγραφήματα για τη διακοπή της παράστασης από τον αστυνόμο της πόλης, με το αιτιολογικό ότι η εικόνα ήταν άσεμνη και σκανδαλώδης. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο αστυνόμος διέκοψε την προβολή όταν στην οθόνη εμφανίστηκαν λουόμενες στην παραλία. Πληροφοριακά, οι πρώτες προβολές, διάρκειας το πολύ 60 λεπτών, αποτελούνταν από επιμέρους θέματα που δεν ξεπερνούσαν τα δύο λεπτά όπου σημαντικό στοιχείο του θεάματος ήταν η ίδια η αναπαράσταση της κίνησης και λιγότερο η πλοκή του θέματος, γι’ αυτό και υπήρχαν αρκετές λήψεις π.χ. με θάλασσα για να προβληθεί η αναπαράσταση της κίνησης των κυμάτων. Τις επόμενες ημέρες δημοσιεύονται περισσότερες πληροφορίες για την υπόθεση, δηλαδή για τον διαπληκτισμό ανάμεσα στον αστυνόμο ανθυπολοχαγό, κατά άλλη εφημερίδα υπολοχαγό του πεζικού, Διαλέτη και το νομάρχη Παπαχελά, που ήταν παρών ανάμεσα στους θεατές μαζί με τον εισαγγελέα Αλμυριώτη. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται επίσης επιστολή του ίδιου του νομάρχη που παρουσιάζει τη δική του εκδοχή και η είδηση ότι μετά από αναφορά του νομάρχη στο υπουργείο Εσωτερικών ο αστυνόμος τιμωρήθηκε με δυσμενή μετάθεση. Τέλος, ότι η υπόθεση θα ξεκαθάριζε στις δικαστικές αίθουσες τις επόμενες μέρες.

Με βάση λοιπόν τα ρεπορτάζ των εφημερίδων καθώς και τα υπάρχοντα τεκμήρια για τις πρώτες κινηματογραφικές προβολές στην επαρχία, μπορούμε να προχωρήσουμε σε αφηγηματική αναπαράσταση των γεγονότων που συντάραξαν την τοπική κοινωνία των Τρικάλων την άνοιξη του 1900.

Οι αδελφοί Ψυχούλη, Βολιώτες επιχειρηματίες που είχαν μεταναστεύσει στην Κωνσταντινούπολη, αγόρασαν εκεί μια κινηματογραφική μηχανή προβολής και επέστρεψαν στην Ελλάδα εξασκώντας το νέο επάγγελμα του πλανόδιου κινηματογραφιστή. Στις προγραμματισμένες περιοδείες εντάσσουν και τα Τρίκαλα όπου φτάνουν στα τέλη Φεβρουαρίου. Απευθύνονται στον ιδιοκτήτη του καλύτερου και αξιοπρεπέστερου καφενείου της πόλης, και κλείνουν συμφωνία για παραστάσεις μερικών ημερών. Αρχίζουν να διαλαλούν στους δρόμους ότι επιτέλους ο κινηματογράφος έφτασε και στα Τρίκαλα και είναι πολύ πιθανόν να τοιχοκόλλησαν και προγράμματα και να διαφημίστηκαν στις τοπικές εφημερίδες. Το γεγονός έγινε αμέσως γνωστό σε ολόκληρη την πόλη, ιδιαίτερα ανάμεσα στα μορφωμένα και εύπορα αστικά στρώματα που γνώριζαν ήδη τον κινηματογράφο από τις αθηναϊκές εφημερίδες. Γνώριζαν, δηλαδή, ότι ακόμη και οι νεαροί πρίγκιπες, πριν μερικούς μήνες, μαζί με μέλη της καλής κοινωνίας των Αθηνών είχαν απολαύσει το νέο θέαμα και είχαν ενθουσιαστεί με την παρουσίαση στρατιωτικών παρελάσεων, τις οποίες είχαν χειροκροτήσει όρθιοι στην αίθουσα. Είναι πολύ πιθανό επίσης, ότι συμπολίτες τους είχαν παρακολουθήσει κινηματογραφικές παραστάσεις σε κάποιο ταξίδι τους στην Αθήνα και στην επιστροφή τους είχαν μεταφέρει τις εντυπώσεις τους. Οπότε, και η καλή κοινωνία των Τρικάλων δεν θα μπορούσε να λείψει από αυτό το σημαντικό γεγονός. Όλες λοιπόν οι σημαίνουσες προσωπικότητες της πόλης, νομάρχης, εισαγγελέας, γυμνασιάρχης, μεγαλέμποροι, δημόσιοι υπάλληλοι, μαζί με τις οικογένειές τους κανόνισαν να προμηθευτούν εισιτήρια για την πρώτη προβολή. Είναι σίγουρο ότι προετοιμάστηκαν και ντύθηκαν ανάλογα, όπως θα έκαναν για κάποια επίσημη εκδήλωση ή δεξίωση της καλής κοινωνίας των Τρικάλων.

Το βράδυ λοιπόν της 1ης Μαρτίου, κατά άλλη εφημερίδα στις 29 Φεβρουαρίου, συγκεντρώθηκαν στο καφενείο, όπως αναφέρει στην επιστολή του ο νομάρχης, «πολλαί [εκ] των εγκριτοτέρων οικογενειών και το κράτιστον μέρος της κοινωνίας των Τρικκάλων.» Αφού γέμισαν τον χώρο του καφενείου και περίμεναν εναγωνίως να απολαύσουν την πρώτη εντύπωση από το νέο θέαμα, είναι μάλλον σίγουρο ότι κανείς δεν θα πρόσεξε την απουσία των στρατιωτικών και αστυνομικών αρχών της πόλης από ένα τέτοιο γεγονός. Θα μπορούσαμε, βέβαια, να φανταστούμε έξω από το καφενείο και όλη την ξυπόλητη μαρίδα της γειτονιάς σκαρφαλωμένη στα παράθυρα να προσπαθεί να ξεκλέψει μια ματιά από το πρωτόγνωρο θέαμα. Σβήνει λοιπόν τις λάμπες ο καφετζής, ξεκινάει ο Ψυχούλης να γυρίζει τη μανιβέλα, πέφτουν οι πρώτες κινούμενες εικόνες στο λευκό σεντόνι στον απέναντι τοίχο και μαζί με τον ήχο της μηχανής ακούγεται η φωνή του κινηματογραφιστή να περιγράφει με στεντόρεια φωνή και ανάλογο στόμφο τα δρώμενα επί της σκηνής, ενώ ο βοηθός του ετοιμάζει και τον φωνόγραφο για να συγχρονίσει τις σκηνές χορού με ανάλογη μουσική.

Δεν περνάνε όμως λίγα λεπτά και ενώ οι θεατές έχουν απορροφηθεί από το θέαμα της κίνησης και τα τοπία χωρών που δεν έχουν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους, εισβάλει στο καφενείο ο αστυνόμος με τους χωροφύλακες, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο νομάρχης, «μετά σμήνους αστυφυλάκων» και με άγριες φωνές υποχρεώνει τον Ψυχούλη να διακόψει την προβολή. Έκπληκτοι, ο νομάρχης, ο εισαγγελέας και οι υπόλοιποι θεατές προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Ο διάλογος καταλήγει σε άγριο καυγά, και παρ’ ότι ο νομάρχης διατάσσει τον αστυνόμο να αποχωρήσει, αυτός αμετάπειστος βάζει τους χωροφύλακες και τους πετάνε όλους έξω. Η πρώτη κινηματογραφική παράσταση, που τόσο εναγωνίως περίμεναν οι Τρικαλινοί, διακόπηκε πριν καλά καλά ξεκινήσει.

Τα Τρίκαλα στις αρχές του 20ου αιώνα

Ο Νομάρχης μήνυσε τον αστυνόμο για άρνηση υπηρεσίας και εξύβριση, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο αστυνόμος τον προσκάλεσε σε μονομαχία. Έτσι η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια και εκδικάστηκε στις 11 Μαρτίου στο πλημμελειοδικείο «εν πολυπληθεστάτη συρροή», ενώ « η εκλεκτοτέρα κοινωνία παρήλασαν μάρτυρες». Σύμφωνα με τις ειδησεογραφικές πληροφορίες, πάντως, η δίκη αναβλήθηκε για την επομένη, για να εκδικαστεί από τακτικούς δικαστές, διήρκεσε τέσσερις ώρες, παρουσία μεγάλου πλήθους, και παρά την αρχική αθωωτική απόφαση για τον αστυνόμο, ο νομάρχης προχώρησε σε νέα μήνυση που εκδικάστηκε τελεσίδικα στις 19 Μαρτίου με την εκ νέου αθώωση του αστυνόμου. Οι εφημερίδες υποστήριξαν τον αστυνόμο, εξαίροντας «την ανδρικήν του στάσην» και το θάρρος του να αντικρούσει το νομάρχη, εφαρμόζοντας κατά τη γνώμη τους τον νόμο. Είναι εμφανές ότι για αντιπολιτευτικούς λόγους δεν πήραν το μέρος του πολιτικού εκπροσώπου, αλλά απεναντίας υποστήριξαν τον στρατιωτικό, και παρ’ ότι οι εφημερίδες προσπάθησαν να εμφανίσουν ολόκληρη την κοινωνία των Τρικάλων να υπερασπίζεται τον αστυνόμο, η ανάγνωση των λεπτομερειών μας αποκαλύπτει την προσπάθεια που έγινε για να υπάρξει συμβιβασμός.

Τι έγινε τελικά; Ο νομάρχης και οι μάρτυρές του, ένας δήμαρχος και ένας δάσκαλος, υποστήριξαν ότι ο νομάρχης είχε δώσει άδεια για την παράσταση και ο αστυνόμος χολώθηκε γιατί θεώρησε ότι η χορήγηση της άδειας ανήκε στη δική του δικαιοδοσία. Επίσης ο νομάρχης υποστήριξε ότι ο αστυνόμος είχε απαιτήσει από τον κινηματογραφιστή μειωμένο κατά το ήμισυ εισιτήριο για τους στρατιωτικούς. Επειδή όμως ο επιχειρηματίας το αρνήθηκε, για εκδικητικούς λόγους διέκοψε την προβολή «με συμπεριφορά βανδαλική». Από την πλευρά του, ο αστυνόμος αντέταξε ότι ο λόγος της διακοπής ήταν διότι ο κινηματογραφιστής αρνήθηκε να πληρώσει το φόρο θεαμάτων, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο ταμίας της πόλης που κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας και ο γυμνασιάρχης, που ήταν παρόντες στο περιστατικό, προσπάθησαν να κρατήσουν συμβιβαστική στάση και να υποβαθμίσουν το γεγονός, τονίζοντας ότι και ο νομάρχης και ο αστυνόμος συμπεριφέρθηκαν αξιοπρεπέστατα στο καφενείο, παρά τη διαφωνία τους, και δεν έπεσε στην αντίληψή τους η πρόκληση για μονομαχία. Το ίδιο υποστήριξαν και άλλοι μάρτυρες που κλήθηκαν να καταθέσουν. Εκτός των άλλων, θα μπορούσε εύλογα να αναρωτηθεί κανείς, γιατί δεν υπάρχει καμία αναφορά για παρέμβαση στην υπόθεση του δημάρχου της πόλης των Τρικάλων. Σύμφωνα, όμως, με άλλα ρεπορτάζ των εφημερίδων, εκείνες τις μέρες ο δήμαρχος Τρικάλων είχε καταδικαστεί τελεσίδικα από το δικαστήριο της Λάρισας με καθαίρεση για αδικήματα διαφθοράς.

Κλείνοντας, πέρα από το μειδίαμα που προκαλεί η περίπτωση μονομαχίας για μια κινηματογραφική προβολή, ποια θα μπορούσαν να είναι τα επιστημονικά συμπεράσματα; Ως μία νέα τεχνολογική εφεύρεση, ο κινηματογράφος προξένησε το ενδιαφέρον πρώτα και κύρια των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτά τα στρώματα θα παραμείνουν το βασικό κοινό του μέχρι τη σταδιακή μαζικοποίησή του. Το άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι το νεωτερικό πνεύμα της βιομηχανικής εξέλιξης παρουσιάζει τον ίδιο τον κινηματογράφο ως θεαματικό τεχνούργημα που βρίσκεται στη μεταβατική διαδικασία μετατροπής του σε μέσο παραγωγής θεαμάτων και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πάνω σ’ αυτό πατάει ο παμπόνηρος επιχειρηματίας Ψυχούλης που, για να αποφύγει τη φορολόγηση, δεν ζητάει άδεια θεαμάτων από την αστυνομία, όπως ήταν υποχρεωμένοι οι θεατρικοί θίασοι, οι καραγκιοζοπαίχτες ή οι μουσικοί, και απευθύνεται στην πολιτική διοίκηση με την πρόφαση της τεχνολογικής επίδειξης. Από την άλλη πλευρά, όμως, ξέρει πολύ καλά ότι το εμπόρευμά του είναι θέαμα και ως τέτοιο το προωθεί. Τελικά η τσιγκουνιά του αστυνόμου και ο αδηφάγος φορολογικός μηχανισμός επιβεβαιώνουν και κατοχυρώνουν, και στα Τρίκαλα, τον κινηματογράφο ως το νέο θέαμα στην αυγή του 20ου αιώνα.

ΠΗΓΕΣ

Αποδελτίωση εφημερίδων της Αθήνας και της Λάρισας κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουάριος-Μάρτιος 1900: Ακρόπολις, Άστυ, Εμπρός, Εστία, Εφημερίς, Καιροί, Μικρά (Λάρισα), Πρωία, Σάλπιγξ (Λάρισα).

 filmiconjournal.com



Μοιραστείτε το!

Trackbacks/Pingbacks

  1. Στα Τρίκαλα η πρώτη απόπειρα κινηματογραφικής λογοκρισίας πριν… 115 χρόνια – ΤΡΙΚΚΗPress - […] στη σελίδα της Κινηματογραφικής Λέσχης Τρικάλων, που […]

Αφήστε το σχόλιό σας

Συνδεθείτε με:

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *